Skip to content

Ο σκηνοθέτης της «Σπασμένης Φλέβας», μεγάλο μέρος της οποίας είναι γυρισμένο στη Βούλα, μιλάει για τη σκοτεινή τέχνη που εκπέμπει φως, τους μεγάλους δημιουργούς που μεταμορφώνουν το αίμα σε μεγαλείο και την «αναπαράσταση της ψευτιάς».Φωτογραφίες: Λεωνίδας Τούμπανος

Αισθάνεσαι ότι ανήκεις σε κάποια συνέχεια δημιουργών ή ότι αυτό που αποκαλείται «σινεμά του Οικονομίδη» είναι και μια ρήξη σε σχέση με τους προηγούμενους;

Ούτε αυτό το δέχομαι όταν το ακούω. Το σινεμά που θέλω εγώ είναι αυτό που έπρεπε να υπάρχει χρόνια τώρα: να πλησιάσουμε και να συγκινήσουμε το κοινό, να αρθρώσουμε αυθεντικές ιστορίες με παλμό και χαρακτήρες. Οπότε δεν αισθάνομαι ότι έχω ανακαλύψει το άγιο δισκοπότηρο. Ειδικά όταν έχει προϋπάρξει μία διαδρομή: ο Κώστας Μανουσάκης, ο Αλέξης Δαμιανός, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Γιάνναρης. Όλοι προσπαθούμε να εξελίξουμε αυτού του είδους τις ταινίες, να ανοίξουμε έναν δρόμο για να μπορούμε να ξεφύγουμε από την τηλεόραση, την αναπαράσταση της ψευτιάς. Έχει άλλο ήθος το σινεμά και άλλου είδους αναπαράσταση της πραγματικότητας. Έχουν επίσης άλλη συμπεριφορά οι ήρωές του. Όταν θέλεις να δείξεις κάτι από τη ζωή και στρέφεις τον φακό προς τα έξω, προφανώς η αναπαράσταση θα αποκαλύψει κάπου και κάποιο πιστόλι. Δεν μπορεί να είναι ψευδεπίγραφη ή “στο περίπου”. Εκεί κρίνεται και το ταλέντο του καθενός μας. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που το ανακάλυψα εγώ -υπάρχει σε όλες τις μορφές του αφηγηματικού και ρεαλιστικού σινεμά.

Ο τρόπος που κινηματογραφείς την πόλη ήδη από τον «Μαχαιροβγάλτη» και το «Μικρό ψάρι» αντανακλά την εσωτερική κατάσταση των ηρώων, τους διαμορφώνει ή και τα δύο μαζί;

Και τα δύο μαζί. Είναι και statement πάντως στο σινεμά το πώς θα δεις την πόλη. Αν θυμάσαι, στη δεκαετία του 1990 πολλοί έβγαιναν για γυρίσματα στην Κηφισίας ή τη Μεσογείων, σαν να είμαστε -και καλά- στη Νέα Υόρκη. Εν πάση περιπτώσει, όλα τα ορίζει η ιστορία: ακόμη και το βλέμμα των ηρώων πάνω στην πόλη τους.

Μου κάνει εντύπωση ότι ο Θωμάς δεν το βάζει κάτω. Tο παλεύει όπως δείχνει και μια λεπτομέρεια: αλλάζει συνεχώς ρούχα σαν να βάζει «στολή» για το επόμενο ρίσκο. Ποιος είναι ο τελικός του στόχος πέρα από το να κερδίσει το σπίτι; Θέλει να ξανακερδίσει την εξουσία που του αναλογεί;

Είναι πολλά μαζί. Από το πιο προφανές, που είναι να σώσει το σπίτι του, μέχρι αυτό που λες: να ξανανέβει στο άλογο. Αλλά και κάτι ακόμη: να ξαναβρεί την αξιοπρέπειά του απέναντι στη γυναίκα του, ειδικά μετά τη στιγμή που τον ξεφτιλίζει. Νομίζω ότι ένα ισχυρό κίνητρό του είναι να την ξαναδεί στα μάτια, να ισιώσει το βλέμμα της πάνω του.

Η αλήθεια είναι ότι η σκηνή της συμφιλίωσης, που ξεκινάει με τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Μπετόβεν και γυρίζει στα «Γαλάζια γράμματα» του Χατζηνάσιου, είναι από τις πιο δυνατές…

Ναι, γιατί υπάρχει μια τραγική ειρωνεία για τους θεατές, αλλά και μια ειρωνεία μεταξύ του ζευγαριού. Είναι από τις αγαπημένες μου σεκάνς αυτή και για κάποιο λόγο η στιγμή που η ταινία συναντάει το «Θεώρημα» του Παζολίνι ή τον «Κομφορμίστα» του Μπερτολούτσι. Εκεί δηλαδή που το ζευγάρι βρίσκεται σε μια νιρβάνα και προσποιείται ότι όλα ξαναέγιναν κανονικά. Για μένα εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πολιτικό σχόλιο της ταινίας.

Τις «ενστάσεις» ότι κάποιοι θεατές μπορεί να μην αναγνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις από τη μεσαία τάξη πώς τις φιλτράρεις;

Κοίτα, μου φαίνεται λίγο βλακώδες. Εγώ όταν βλέπω μια ταινία δεν την κριτικάρω σ’ αυτό το επίπεδο. Δηλαδή, αν κάποιος μου δείχνει το Μπρονξ όπως είναι σήμερα, πώς θα κάνω κριτική σε κάτι που έτσι κι αλλιώς δεν γνωρίζω; Ίσα ίσα που γι’ αυτό ακριβώς βλέπουμε σινεμά: για να μάθουμε το άγνωστο. Είναι το σύνδρομο του Έλληνα θεατή που θέλει να “καβαλήσει” την ταινία, να βρίσκεται πάνω από τον σκηνοθέτη και να φανεί πιο έξυπνος από την ταινία. 

Να σου πω και μία αίσθηση μετά το τέλος της ταινίας: ότι παρά τα σκοτάδια και το σοκαριστικό φινάλε, υπήρχε και μία ευχαρίστηση για την αισθητική και το ύφος της…

Καταλαβαίνω τι λες και χαίρομαι που το λες. Πρόκειται για την πεμπτουσία της τέχνης που υπηρετεί ο καθένας μας. Κατά πόσο μπορεί ο καλλιτέχνης να μετουσιώσει το “μινόρε” της ζωής μας, τα σκοτάδια και τα πιο ακραία θέματα σε έργο τέχνης με χάρη. Γιατί, ας μην το ξεχνάμε, υπάρχουν φορές που οι δημιουργοί προσπαθούν να πάρουν αυτό το μονοπάτι, αλλά αυτό που φτιάχνουν είναι απωθητικό. Για μένα ένας τέτοιος είναι ο Χάνεκε. Δεν κάνει μεγάλα έργα τέχνης ούτε έχει μεγαλείο. Βλέπω τις ταινίες του και θυμώνω. Σύγκρινε, για παράδειγμα, την «Αγάπη» του με το «Vortex» του Γκασπάρ Νοέ ή, για τον ίδιο λόγο το «Umberto D» του Ντε Σίκα. Για να μην πάμε πάλι στους μεγάλους, όπως ο Σαίξπηρ ή ο Ντοστογιέφσκι, που έχουν πολύ αίμα, αλλά το μετουσιώνουν σε μεγαλείο. Στο τέλος, λοιπόν, όλα είναι αισθητική. Και αν αυτή έχει ομορφιά, αλήθεια, χάρη και τιμιότητα, το δέχεσαι και αισθάνεσαι χαρά. Νιώθεις ήδη καλύτερος άνθρωπος. Πώς είναι οι ταινίες του Μπρεσόν ή του Ντράγερ; Σκοτεινές. Αλλά κάπου βρίσκεις φως. Όπως και ο «Νεκρός» ή το «Κάτω από το ηφαίστειο» του Τζον Χιούστον.

Μια τελευταία λεπτομέρεια: εκτός των ηθοποιών εμφανίζονται σε ερασιτεχνικά περάσματα ο Σταύρος Μπένος και ο Γιάννης Ζαχόπουλος του παλιού βιντεοκλάμπ «Aza» στη Θεσσαλονίκη. Πώς προέκυψαν αυτά;

Με τον Σταύρο Μπένο είμαστε γείτονες στα Εξάρχεια. Έχουμε γνωριστεί, έχει δει τις παλιότερες ταινίες, διαθέτει άποψη. Κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι ήταν πλασμένος για τον ρόλο (σ.σ.: ο παλιός φίλος του πατέρα του Θωμά, τον οποίο βοηθάει με ένα χρηματικό ποσό). Και ο Γιάννης Ζαχόπουλος είναι αγαπημένος φίλος, οπότε ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να αποτυπώσω τη σχέση μας σε ένα φιλμ.

Το πρωτότυπο άρθρο https://ilovevouliagmeni.gr/giannis-oikonomidis-yparchei-to-syndromo-tou-theati-pou-niothei-pio-exypnos-apo-tin-tainia/ ανήκει στο I love Vouliagmeni! .