
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι απλώς μια νέα τεχνολογία, αλλά κρίσιμη υποδομή οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος. Το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά την καινοτομία, αλλά τον έλεγχο: ποιος κατέχει τα chips, την υπολογιστική ισχύ, τα hyperscale cloud και τα θεμελιώδη μοντέλα πάνω στα οποία στηρίζεται η παγκόσμια οικονομία της Τ.Ν.
Στα ανώτερα επίπεδα αυτής της «στοίβας» ισχύος κυριαρχούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από υποδομές που δεν ελέγχει. Παρότι διαθέτει ισχυρή ρυθμιστική επιρροή, η απουσία υποδομικής ισχύος περιορίζει την ικανότητά της να καθορίζει τους όρους του παιχνιδιού.
Η ανισορροπία αυτή έχει άμεσες συνέπειες και για την εργασία, καθώς οι υψηλής αξίας θέσεις και τα οικοσυστήματα καινοτομίας συγκεντρώνονται εκεί όπου ελέγχεται η τεχνολογία. Χωρίς στρατηγική παρουσία στα κρίσιμα επίπεδα της Τ.Ν., η Ευρώπη κινδυνεύει να παραμείνει απλός χρήστης και όχι παραγωγός αξίας.
Απέναντι στον τεχνολογικό εθνικισμό και την άκριτη αποδοχή της εξάρτησης, το ζητούμενο είναι μια στρατηγική ωριμότητας: επιλεκτική αυτάρκεια σε κρίσιμους τομείς, διαφοροποίηση εξαρτήσεων και επένδυση σε υποδομές, έρευνα και καινοτομία. Σε έναν κόσμο γεωοικονομικού ανταγωνισμού, ανθεκτικά είναι τα δικτυωμένα και στρατηγικά οργανωμένα συστήματα, όχι τα απομονωμένα.
πηγή kathimerini.gr


